Ομιλίες από την ημερίδα που οργάνωσε η Επιτροπή Εποπτείας Ψυχικά Ασθενών στις 12-2-2005 με θέματα: «Νομοθετική ρύθμιση για τη θεραπευτική αντιμετώπιση αδικοπραγούντων Ψυχικά Ασθενών», «Ενδιάμεσες δομές στην κοινοτική ψυχιατρική»

Ομιλία του Καθηγητή Ανδρέα Μαρνέρου, Διευθυντή της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Martin Luther, της πόλης Halle της Γερμανίας.

Ψυχικά Ασθενείς Δικαιοπαραβάτες

Ένα από τα βασικά θεμέλια της δικαιοσύνης ελευθέρων δημοκρατικών κρατών είναι η αρχή: "Δίχως ενοχή καμία ποινή". Η ενοχή ενός ατόμου πρέπει όμως να αποδειχθεί. Πρέπει να βασίζεται πάνω σε αναμφισβήτητες αποδείξεις. Αν υπάρχει αμφιβολία, αν οι αποδείξεις δεν είναι καλά θεμελιωμένες, τότε το μόνο κύρος έχει η αρχή in dubio pro reo. Εάν υπάρχουν λοιπόν αμφιβολίες, όσον αφορά την ενοχήν, τότε πρέπει να αθωωθεί ο κατηγορούμενος. Αυτή όμως είναι μία άποψις της ενοχής. Τι κάνουμε; Τι κάνουν οι δικαστικές αρχές; Τι κάνει η Εισαγγελία, όταν δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης; Οι αποδείξεις είναι καλά θεμελιωμένες, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί, ότι είναι ο δράστης. Βλέπετε ότι προσπαθώ να αποφύγω την έκφραση: "σ'αυτή την περίπτωσιν ο κατηγορούμενος αποδέχεται την ενοχήν του". Και το αποφεύγω αυτό, διότι η διάπραξις ενός εγκλήματος ή η συμμετοχή στην διάπραξιν ενός εγκλήματος δεν σημαίνει ακόμη ενοχή. Το δικαστήριο πρέπει να κάνει ακόμη ένα βήμα πέρα από την αποδειξιν της συμμετοχής στην διάπραξιν μίας ποινικής πράξεως, πρωτού αποφασίσει, ότι ο κατηγορούμενος είναι "ένοχος" ή "μη ένοχος". Πρέπει πρώτα να σιγουρευθεί το δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος είναι ικανός προς ενοχήν. Ότι έχει λοιπόν την ικανότηταν ενοχής.

0 άνθρωπος έχει λοιπόν μίαν ενοχικήν ικανότητα ή ικανότητα προς ενοχήν. Μία ικανότης, όπως όλες οι άλλες ψυχικές ικανότητες. Αυτή η ενοχική ικανότης στηρίζεται πάνω σε δύο στήλες.

Η μία στήλη είναι η ικανότης αναγνωρίσεως του παρανόμου μίας πράξεως. Η άλλη, η δευτέρα στήλη, είναι η ικανότης της αυτοκυριαρχίας ή η ικανότης του πράττειν σύμφωνα με την ικανότητα αναγνωρίσεως του επιτρεπτού και μη επιτρεπτού. Ένας πολίτης λοιπόν, που διέπραξε κάποιο αδίκημα, είναι τότε μόνον ένοχος όχι μόνον, όταν αποδειχθεί η συμμετοχή του στην πράξιν αλλά πέραν αυτού, όταν η ενοχική ικανότης του είναι ακέραια. Ακέραια ενοχική ικανότης υπάρχει όμως μόνον, όταν και οι δύο στήλες, η ικανότης αναγνωρίσεως του παρανόμου και η ικανότης αυτοκυριαρχίας και του πράττειν σύμφωνα με την ικανότητα αναγνωρίσεως του παρανόμου δεν έχουν την παραμικρήν βλάβην. Ορισμένες ψυχικές παθήσεις μπορούν να βλάψουν ή να καταστρέψουν τελείως την μίαν ή την άλλην από τις δύο στήλες της ενοχικής ικανότητος. Η πρώτη στήλη, η στήλη αναγνωρίσεως παρανόμου είναι η πιο γερή, η πιο δυνατή και γι' αυτό βλάπτεται ή καταστρέφεται δύσκολα πολύ σπάνια. Η δεύτερη στήλη όμως είναι πιο αδύνατη, πιο επιρρεπής σε βλάβες και καταστρέφεται σχετικά εύκολα και πιο συχνά. Η πρώτη στήλη είναι από γρανίτη, η δεύτερη στήλη είναι από πωρόπετρα. Η πρώτη στήλη μπορεί να υποστεί βλάβη ή να καταστραφεί εντελώς μόνο από πολύ σοβαρές ψυχικές παθήσεις, όπως η σχιζοφρένεια, η μανιοκαταθλιπτική ψύχωσης ή οργανικές ψυχώσεις. Η δεύτερη στήλη μπορεί να υποστεί βλάβη ή να καταστραφεί ολοκληρωτικά εκτός από τις παθήσεις, που έχω ήδη αναφέρει, και από άλλες πιο ελαφρές καταστάσεις, όπως είναι μερικές νευρώσεις, παθήσεις της προσωπικότητας, παραφιλίες και άλλες παθήσεις. Μπορεί ακόμη να υποστεί βλάβη κάτω από την επίδραση ψυχοτρόπων ουσιών, όπως είναι το αλκοόλ, τα ναρκωτικά ή άλλες ψυχοτρόπες ουσίες και φάρμακα. Ουσίες λοιπόν οι οποίες επιδρούν πάνω στον εγκέφαλο μας και επηρεάζουν κατ'ευθείαν ορισμένες ψυχικές λειτουργίες μας. Η δεύτερη στήλη μπορεί ακόμη να καταστραφεί και σε ψυχικά εντελώς υγιείς ανθρώπους κάτω από την παροδικήν στιγμιαία επίδραση οξέων συναισθηματικών κρίσεων. Η ικανότης λοιπόν προς ενοχή δεν είναι η ίδια σε όλους τους ανθρώπους. Οι ψυχικά ασθενείς είναι δυνατόν, μέσω βλάβης μίας από τις δύο στήλες, που έχω ήδη αναφέρει, να είναι εντελώς ανίκανοι προς ενοχή ή μόνο κατά μέρος. Αυτό που σας λέω, δεν είναι ούτε νέο ούτε επαναστατικό ούτε καρπός των μορφωτικών ή πολιτικών εξελίξεων των τελευταίων δεκαετηρίδων. Αυτήν την γνώσιν την χρεωστούμε στον ιδρυτή της επιστημονικής ιατρικής, ο οποίος ήταν επίσης και ο ιδρυτής της επιστημονικής ψυχιατρικής, στον Ιπποκράτη.

Αλλά και άλλοι μεγάλοι ιατροί της αρχαιότητος, όπως ο Αρεταίος ο Καπαδοκός, περιγράφει στα τέσσερα σωζόμενα βιβλία του περί οξέων και χρονιών παθήσεων, ποινικές πράξεις μανιοκαταθλιπτικών, για τις οποίες όμως οι πάσχοντες δεν είναι υπεύθυνοι, διότι δεν έχουν την ικανότητα ενοχής,

Το Ρωμαϊκό Δίκαιο συστηματοποίησε από την νομική πλευρά αυτές τις γνώσεις και έδειχνε επιείκεια στους ψυχικά ασθενείς δικαιοπαραβάτες. Αυτό εξελίχθηκε και στην δυτική Ευρώπη κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους και κυρίως μετά την Αναγέννηση. Με την εγκαθίδρυση της ψυχιατρικής σαν επιστήμη στο 18ο αιώνα άρχισε να συστηματοποιείται και η γνώσης μας γύρω από το θέμα της ψυχιατροδικαστικής. Μπορούμε να πούμε αυτό, που ένας από τους πατέρες της ψυχιατροδικαστικής, ο Richard von Kraft - Ebbing, καθηγητής της ψυχιατρικής στο Graz της Αυστρίας και στη Βιέννη ήδη έλεγε στον 19ο αιώνα, ότι δηλαδή ,,η ψυχιατρική μπορεί να είναι υπερήφανη, διότι έπαιξε μεγάλο ρόλο στο ότι η δικαιοσύνη δεν εξετάζει μόνο την πράξιν αλλά και τον πράττοντα, τον δράστη".

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο άρχισε μια μεγάλη κίνηση αναγεννήσεως, φιλελευθεροποιήσεως και εκσυγχρονισμού των νοσηλευτικών συνθηκών ψυχιατρικών παθήσεων και φυσικά της ψυχιατροδικαστικής. Στην Γερμανία αυτή η κίνησις συστηματοποιήθηκε πριν περίπου τριάντα χρόνια. Ένας καρπός των μεγάλων ψυχιατρικών μεταρρυθμίσεων της εποχής εκείνης ήταν και ο εκσυγχρονισμός των νόμων, οι οποίοι καθορίζουν την ενοχή του ατόμου. Οι γερμανικοί νόμοι είναι σχεδόν οι ίδιοι γύρω σ'αυτό το θέμα με τους αυστριακούς, τους ελβετικούς και γενικά με τους νόμους της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Από ότι ξέρω, οι νέες δημοκρατίες, του τέως ανατολικού συνασπισμού, προσπαθούν σιγά-σιγά να υιοθετήσουν αυτούς τους νόμους, και γι' αυτό ευρισκόμαστε σε στενή επαφή με όλες αυτές τις χώρες.

Ποίοι είναι αυτοί οι νόμοι; Ας πάρουμε σαν παράδειγμα τον γερμανικό νόμο ποινικού δικαίου, ο οποίος είναι σχεδόν ο ίδιος με τους νόμους άλλων κρατών της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Η περίφημος παράγραφος 20 του γερμανικού ποινικού δικαίου λέγει: **Δίχως ενοχήν ενεργεί κάποιος, του οποίου η ικανότης αναγνωρίσεως του παρανόμου ή η ικανότης αυτοκυριαρχίας έχει ολοκληρωτικά αρθεί από α) μίαν βαρείαν ψυχικήν νόσον, β) από μίαν βαθείαν θόλωσιν του συνειδητού, γ) από ολιγοφρένειαν, δ) είτε από μίαν άλλην βαρείαν ψυχικήν διαταραχήν** Αυτή η παράγραφος 20 έχει όμως κάτι το απόλυτο. Μιλάει για μίαν ολοκληρωτική ανικανότητα του ατόμου, να αναγνωρίσει τί είναι δίκαιο, τί είναι επιτρεπτό, τι είναι ανεπίτρεπτο και από μίαν ολοκληρωτικήν ανικανότητα και αυτοκυριαρχία. Όμως η ψυχή του ανθρώπου και η κοινωνική πραγματικότητα μας διδάσκουν, ότι δεν μπορούμε να δούμε τα πράγματα κάτω από ένα πρίσμα που να λέει ,,εδώ μόνον μαύρο εκεί άσπρο, εδώ μέρα εκεί νύχτα". Και μεταξύ αυτών δεν υπάρχει τίποτε. Μεταξύ μέρας και νύχτας υπάρχει το λυκαυγές και το λυκόφως. Μεταξύ μαύρου και άσπρου υπάρχει το γκρίζο και οι διάφορες άλλες αποχρώσεις.

Εάν το δικαστήριο είναι πεπεισμένο μετά από την πραγματογνωμοσύνη του ψυχιάτρου, ότι η ψυχική πάθησης είναι ένας σοβαρός λόγος για την επανάληψιν εγκληματικών πράξεων, τότε πρέπει να διατάξει την εφαρμογή του νόμου ,περί "καλλιτερεύσεως και ασφαλείας".

Αυτός ο νόμος λέει, ότι εάν κάποιος πράξει ένα έγκλημα, και λόγω μιας ψυχικής παθήσεως, δεν έχει την ικανότητα ενοχής ή μόνον σε μειωμένο βαθμό, αλλά υπάρχει κίνδυνος επαναλήψεως των εγκληματικών του πράξεων λόγω της ψυχικής παθήσεως, εφαρμόζονται μέτρα ,καλλιτερεύσεως και ασφαλείας". Αυτός ο νόμος είναι ένας από τους πιο σημαντικούς νόμους του ποινικού δικαίου όχι μόνον στην Γερμανία αλλά γενικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως όπως η Γερμανία, η Αυστρία, οι Σκανδιναυικές χώρες, οι χώρες της Μπενελούξ, η Αγγλία και η Γαλλία έχουν πολύ όμοιους νόμους. Γιατί είναι τόσο σημαντικός αυτός ο νόμος καλλιτερεύσεως και ασφαλείας; Καταρχήν πρέπει να τονίσω, ότι ο νόμος αυτός δεν έχει καθόλου σχέση με τον νόμο αναγκαστικής ή ακουσίας προληπτικής θεραπείας ψυχικά ασθενών. Αυτός ο τελευταίος νόμος, ο οποίος στην Γερμανία ονομάζεται νόμος προς προστασία ψυχικά ασθενών, αφορά άτομα με οξύες ψυχικές παθήσεις, όταν αυτοί είναι επικίνδυνοι για τον εαυτό τους, (αυτό σημαίνει κυρίως, κίνδυνος αυτοκτονίας) ή είναι επικίνδυνοι για άλλους ανθρώπους, αλλά δεν έχουν διαπράξει τίποτε παράνομο μέχρι τώρα. Λόγω της ψυχικής παθήσεως τους όμως δεν συμφωνούν να υποβληθούν σε μίαν ψυχιατρικήν θεραπείαν, γι΄αυτό η πολιτεία είναι υποχρεωμένη να βοηθήσει αυτούς τους ανθρώπους να θεραπευθούν, ώστε να μην υπάρχει πλέον κίνδυνος ούτε για την ζωήν τους ούτε Γάλλους ανθρώπους. Γ'ι αυτό η ακουσία θεραπεία. Αυτός ο νόμος, για την προστασία ψυχικά ασθενών, ελέγχεται πάρα πολύ αυστηρά από την δικαιοσύνη, ώστε να μη γίνεται κατάχρησης του. Η διάρκεια της ακουσίας παράνομης είναι από 48 ώρες μέχρι μερικές εβδομάδες. Αυτός ο νόμος λοιπόν, για την προστασία ψυχικά ασθενών, δεν έχει καθόλου σχέση με τον νόμο, τον οποίον ανέφερα, για την καλλιτέρευσιν και ασφάλεια, που εφαρμόζεται μετά από σοβαρές δικαιοπαραβάσεις εξ αιτίας μίας ψυχικής παθήσεως. Αυτός ο νόμος είναι όχι μόνον ένας από τους πιο σπουδαίους του ποινικού δικαίου, αλλά και ένας νόμος, ο οποίος απασχολεί συνεχώς την κοινήν γνώμην, τους πολιτικούς, τους ψυχιάτρους, τις οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις οργανώσεις προστασίας θυμάτων και τα μέσα ενημερώσεως. Συνεχής είναι η απασχόλησις με αυτόν τον νόμο, με καλές αλλά και με όχι τόσο καλές προθέσεις, με κατανόησιν αλλά και με παρεξηγημένες αντιλήψεις, με ελπίδες αλλά και με φόβους και άγχη. Αυτός είναι ένας νόμος με μεγάλες συνέπειες.

Θα προσπαθήσω να διαφωτίσω ορισμένες πλευρές ή ορισμένες συνέπειες αυτού του νόμου. Πρώτ'από όλα: Γιατί υπάρχει αυτή η αμφιταλαντευόμενη στάσις εκ μέρους της κοινής γνώμης; Η εξήγηση είναι πολύ εύκολη. Οι ιδέες του απλού κόσμου ή των μη ειδικών στηρίζονται πάνω σε μίαν παρεξήγηση αυτού του νόμου και στηρίζονται επίσης πάνω σε πολύ ή λίγο αρχαϊκές ψυχολογικές βάσεις. Μετά από ένα έγκλημα ο κόσμος θέλει να δει δικαιοσύνη. Θέλει να δει πληρωμή για το κακό που έκανε κάποιος στα θύματα του. Αλλά τι είναι δικαιοσύνη; Οι αντιδράσεις του κόσμου σε όλες τις χώρες, σε όλους του καιρούς είναι πάντοτε οι ίδιες, όταν γίνει γνωστό πως κάποιος, ο οποίος έκανε ένα έγκλημα που συγκλόνισε την κοινή γνώμη, κηρυχθεί από το δικαστήριο σαν ανίκανος προς ενοχή και αντί στην φυλακή πηγαίνει στο κλειστό ψυχιατρικό ίδρυμα.

“Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη", φωνάζει ο κόσμος ,,σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν". Όμως εμείς πρέπει να εξηγήσουμε στον κόσμον δύο πράγματα, τα οποία είναι πολύ σημαντικά. Πρώτον η έγκλεισις ενός ατόμου σε ένα ψυχιατροδικαστικό ίδρυμα είναι συχνότατα μία πολύ πιο βαρειά απόφασις, με πολύ μεγαλύτερες συνέπειες απ'ότι μία ποινή φυλακίσεως. Και δεύτερον στην περίπτωσιν ενός ψυχικά ασθενούς δικαιοπαραβάτου προστατεύουμε τα μελλοντικά θύματα, πολύ περισσότερο, πολύ πιο αποτελεσματικά μέσω του ψυχιατροδικαστικού ιδρύματος και όχι μέσω της φυλακής. Γιατί έχει πολλές φορές ο νόμος καλλιτερεύσεως και ασφαλείας βαρύτερες συνέπειες από την φυλάκιση; Η απάντηση είναι απλή. Η φυλάκιση έχει πάντοτε ένα χρονικό όριο ακόμη και η φυλάκιση έφ' όρου ζωής. Στις περισσότερες χώρες είναι γύρω στα δεκαπέντε χρόνια. Μόνο σε ορισμένες βαρείες περιπτώσεις παρατίνεται η φυλάκισις επ' αόριστον. Αντίθετα στην φυλάκιση η εισαγωγή σε ένα ψυχιατροδικαστικό ίδρυμα δεν έχει άνω χρονικά όρια. Το μόνο όριο, το οποίο θέτει ο νόμος είναι η καλλιτέρευσις του ασθενούς δικαιοπαραβάτη σε τέτοιο σημείο, ώστε αυτός να μην είναι πλέον επικίνδυνος για την κοινωνία. Για μερικούς από τους ανθρώπους αυτούς σημαίνει αυτό μία έξοδο, μία απόλυση μετά από πολλά, πολλά, πολλά χρόνια.

Ας πάρουμε σαν παράδειγμα ένα παιδεραστικό έγκλημα. Τα παιδεραστικά εγκλήματα είναι μόνο γύρω στα 10 % - 15 % αποτέλεσμα μίας σεξουαλικής παθήσεως, μίας παραφιλίας, υπό την μορφή της αιμοφιλίας. Τα άλλα 85 % - 90 % έχουν άλλους λόγους εγκληματικούς αλλά όχι ψυχοπαθολογικούς. Ο παιδεραστής, ο οποίος δεν θα κριθεί, ότι είχε μειωμένη ικανότητα ενοχής λόγω ψυχικής παθήσεως, θα πάρει μία ποινή, ας πούμε, 3-4 χρόνια. Μπαίνει στη φυλακή και μετά από 3-4 χρόνια είναι πάλι ελεύθερος. Εκείνος όμως που θα κριθεί, ότι έχει κάνει το παιδοφιλικό έγκλημα για λόγους ψυχικής ασθενείας, θα μπει στο ψυχιατροδικαστικό ίδρυμα. Το ψυχιατροδικαστικό ίδρυμα είναι υποχρεωμένο κάθε 6 μήνες να στέλνει μία κατάσταση υγείας του ασθενούς στο δικαστήριο. Όσον η κατάσταση αυτή υγείας είναι αρνητική, δηλαδή ότι η πάθησις δεν έχει θεραπευθεί, ο άνθρωπος αυτός θα μένει, και θα μένει και θα μένει στο ίδρυμα. Και κάθε δύο ή τρία χρόνια ένας ανεξάρτητος, αναγνωρισμένος, έμπειρος ψυχίατρος θα κάνει μίαν μεγάλη πραγματογνωμοσύνη, η οποία θα αναφέρει, αν μπορεί να βγει ο ψυχικά ασθενής από το ίδρυμα αυτό δίχως να υπάρχει ο κίνδυνος επαναλήψεως των πράξεων του. Αυτό μπορεί να κρατήσει πολλά, πολλά, πολλά χρόνια.

Έχω εξετάσει εκατοντάδες τέτοιους ανθρώπους με την παράκληση του δικαστηρίου να αποφανθώ, εάν μπορούν να βγουν ή όχι. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω, ότι ο χρόνος που χρειάζεται κανείς για να βγει από ένα ψυχιατροδικαστικό ίδρυμα είναι πολύ μεγαλύτερος από τον χρόνο, τον οποίον περνάει ένας καταδικασμένος στη φυλακή, για το ίδιο έγκλημα. Αυτό πρέπεί δώσουμε στον κόσμο να το καταλάβει. Αλλά η βαρύτης του νόμου για καλλιτέρευσιν και ασφάλεια ψυχικά ασθενών δικαιοπαραβάτων δεν δείχνει μόνο πόση μεγάλη ευθύνη έχουν δικαστές και ψυχίατροι για την προσωπική μοίρα αυτών των ανθρώπων, αλλά και προ πάντων για την προστασία της κοινωνίας, την προστασία μελλοντικών θυμάτων. Εάν τον παιδεραστή, τον οποίον είχαμε κλείσει προηγουμένως στο ψυχιατροδικαστικό ίδρυμα, γιατί είναι παιδεραστής λόγω ψυχικής παθήσεως, τον στέλναμε αντί αυτού στη φυλακή, μετά από 3-4 χρόνια θα έβγαινε. Αλλά η πάθησίς του θα εξακολουθούσε να υπάρχει. Ο κίνδυνος για τα παιδιά θα εξακολουθούσε να υπάρχει. Και αυτός θα το ξαναέκανε, και θα το ξαναέκανε, και θα το ξαναέκανε. Στο ψυχιατροδικαστικό ίδρυμα καλλιτερεύσεως και ασφαλείας όμως μπορεί μόνο να βγει, όταν η καλλιτέρευσις είναι διαπιστωμένη. Διαφορετικά θα πρέπει να μένει, και να μένει. Η στατιστική μας λέει, ότι οι άνθρωποι που μπήκαν στη φυλακή, μετά από την απόλυση τους διαπράττουν πολύ πιο συχνά νέα παραπτώματα, νέα εγκλήματα απ'αυτούς, οι οποίοι βγήκαν μετά από χρόνια από ένα ψυχιατροδικαστικό ίδρυμα.

Εάν η κοινωνία θέλει να προστατεύσει τα μέλη της, θέλει να προστατεύσει μελλοντικά θύματα, πρέπει να δημιουργήσει τέτοιους όρους, νομικούς, επιστημονικούς και πρακτικούς, οι οποίοι να εγγυώνται την αποτελεσματική και επιτυχή έκβαση μίας τέτοιας μεγάλης αποστολής. Δηλαδή την προστασία της ιδίας της κοινωνίας, την προστασία μελλοντικών θυμάτων, αλλά και την προστασία των ψυχικά ασθενών μελών της. Των διπλά στιγματισμένων. "Ψυχικά ασθενείς και εγκληματίες", το διπλό στίγμα.

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, πριν από 30 περίπου χρόνια, ήταν η ψυχιατροδικαστική θεραπευτική σε πολύ κατώτερο επίπεδο. Τα ιδρύματα ήταν σε κακή κατάσταση, το προσωπικό όχι το καλλίτερο και οι ιατροί και οι ψυχολόγοι, οι οποίοι εργάζονταν σ'αυτά τα ιδρύματα, δεν ανήκαν στην κορυφή του κλάδους τους. Στην Γερμανία μιλούσαμε, όσον αφορά αυτά τα ιδρύματα, ότι αποτελούν το τελευταίο επίπεδο της ψυχιατρικής. Η πανεπιστημιακή ψυχιατρική τα αγνοούσε. Αλλά εδώ και τριάντα χρόνια άλλαξε η κατάστασης. Έχουμε τώρα εκσυγχρονισμένα ιδρύματα με πολύ προσωπικό και με προσπάθειες να καλυτερεύσει το επίπεδο. Η πανεπιστημιακή ψυχιατρική προσφέρει τώρα σε πολλές περιοχές ανοιχτά την βοήθεια της και δείχνει το ενδιαφέρον της και γι'αυτό τον τομέα ψυχιατρικής νοσηλείας. Αλλά ακόμη χρειάζονται πολλές προσπάθειες.

Σίγουρα ο τρόπος που λειτουργούν αυτά τα ιδρύματα στις ευρωπαϊκές χώρες δεν μπορούν να μεταφερθούν στην Κύπρο, διότι η Κύπρος είναι μια μικρή χώρα. Στην Γερμανία, μίαν χώρα με πληθυσμό γύρω στα 82.000.000, έχουμε μέσα σ'αυτά τα ψυχιατροδικαστικό ιδρύματα γύρω στους 4.500 ανθρώπους. Καθένα από αυτά τα ιδρύματα έχει συνήθως γύρω στις 80 - 200 θέσεις. Τα ιδρύματα αυτά είναι ανεξάρτητα από τα μεγάλα ψυχιατρικά νοσοκομεία, έχουν δική τους διεύθυνση, δικό τους προσωπικό, δικούς τους κανονισμούς. Η εντύπωσης μου είναι, ότι θα είναι πολύ δύσκολο σε μία μικρή χώρα των 600.000 κατοίκων να έχει κανείς ένα τέτοιο ανεξάρτητο ίδρυμα. Αλλά μπορεί να το συνδέσει με ένα γενικό ψυχιατρικό νοσοκομείο. Σ'αυτήν την περίπτωσιν υπάρχουν πάρα πολλές δυσκολίες όπως, δυσκολίες χώρου, δυσκολίες προσωπικού, δυσκολίες λειτουργίας, τις οποίες όμως δεν μπορώ να αναφέρω εδώ σε μία ομιλία. Το νοσηλευτικό προσωπικό πρέπει να είναι ειδικευμένο προσωπικό, η ψυχιατροδικαστική θεραπεία δεν είναι η ίδια με την θεραπεία των γενικών ψυχικών παθήσεων. Ό ρόλος του ψυχιάτρου σε ένα τέτοιο ίδρυμα είναι πάρα πολύ διαφορετικός από τον ρόλο του ψυχιάτρου σε μία πανεπιστημιακή κλινική, σε μία γενική ψυχιατρική κλινική ή σε ένα ψυχιατρικό ιατρείο. Η εκπαίδευσης είναι διαφορετική, οι μέθοδοι θεραπείας είναι διαφορετικοί, οι μέθοδοι προγνώσεως και προλήψεως είναι διαφορετικοί, δυστυχώς για να αναφέρω όλα αυτά θα χρειαζόμουνα πολλές ομιλίες.

Οι μέθοδοι προγνώσεως και προλήψεως είναι διαφορετικοί, ακόμη και η διαγνωστική διαδικασία είναι διαφορετική. Μία ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη χρειάζεται ειδική εκπαίδευση. Δεν μπορεί κάθε ψυχίατρος να κάνει ψυχιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνες. Οι πραγματογνωμοσύνες αυτές έχουν διαφορετική δομή και έχουν ένα διαφορετικό περιεχόμενο, διαφορετικό μήκος από την κλινική πραγματογνωμοσύνη. Μία ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη έχει συνήθως ένα περιεχόμενο πάνω από 50 σελίδες, πολλές φορές μέχρι και 200 σελίδες. Γι΄ αυτό στα πανεπιστήμια προσφέρουμε στους ψυχίατρους μίαν επιπλέον ειδική εκπαίδευσιν γι΄αυτό το θέμα. Ενα από τα κέντρα ενδιαφέροντος και δραστηριότητος της πανεπιστημιακής έδρας, που κατέχω, είναι και η εκπαίδευσης ψυχιάτρων στη ψυχιατροδικαστική διάγνωση και πραγματογνωμοσύνη.

Αυτή είναι σπουδαία αποστολή διότι η ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη είναι το πρώτο και πιο σπουδαίο βήμα για τις περαιτέρω εξελίξεις. Εάν δηλαδή κάποιος κριθεί, ότι έχει εντελώς την ικανότητα για ενοχή ή εντελώς την ανικανότητα για ενοχή ή μόνο μειωμένη ικανότητα. Και από αυτό εξαρτώνται όλα τα άλλα βήματα, όχι μόνο για τον άνθρωπο αυτόν, αλλά επίσης και για την κοινωνία, και την προστασία μελλοντικών θυμάτων.

Η ύπαρξης μίας ψυχικής διαταραχής δεν σημαίνει αυτόματα ανικανότητα ή ελαττωμένη ικανότητα για ενοχή. Η προϋπόθεσης είναι, ότι η ψυχική διαταραχή υπαγορεύει την δικαιοπαραβασία, το παράπτωμα. Ένα μεγάλο ποσοστό δικαιοπαραβατών έχουν ψυχικές παθήσεις. Ένα πολύ μικρό ποσοστό όμως απ'αυτούς έχει ελαττωμένη ικανότητα ενοχής. Πρέπει να φανταστούμε την απόφαση για την ελαττωμένη ικανότητα της ενοχής σαν ένα διώροφο κτίριο. Ο πρώτος όροφος αποτελείται από την διάγνωση μίας παθήσεως, και είναι ο λεγόμενος βιολογικός, ψυχολογικός όροφος. Όταν χτίσουμε αυτόν τον όροφο, όταν κάνουμε αυτή την διάγνωση, πρέπει να δούμε, εάν μπορούμε να χτίσουμε έναν δεύτερον όροφο πάνω σ'αυτόν, τον λεγόμενο κανονιστικό όροφο. Δηλαδή εάν μπορούμε να κάνουμε μίαν σύνδεση μεταξύ ψυχικής παθήσεως και συμπεριφοράς, σ'αυτήν την περίπτωσιν, εγκληματικής συμπεριφοράς. Εάν ναι τότε μπορούμε να μιλήσουμε για ελαττωμένη ή εντελώς αποκλεισμένη ικανότητα ενοχής, εάν όχι παρά το γεγονός, ότι υπάρχει μία ψυχική πάθησης, ο άνθρωπος αυτός μπορεί να είναι ένοχος. Αυτό εξηγεί γιατί τόσοι πολλοί καταδικασμένοι άνθρωποι έχουν ψυχικές ανωμαλίες αλλά παρ'όλα αυτά βρίσκονται στην φυλακή.

Η αλυσίδα λαθών": Πιθανώς, παράβλεψης μίας ψυχικής παθήσεως σαν αιτία ενός εγκλήματος, καμία ψυχιατροδικαστική εξέτασης και πραγματογνωμοσύνη, καμία εξέτασης από μέρος του δικαστηρίου της ικανότητος ενοχής, πιθανώς παράβλεψης της ανικανότητας προς ενοχή, καταδίκη όπως σε απολύτως ικανούς προς ενοχή, παράβλεψης της επικινδυνότητας του δράστη, κανένα μέτρο προς ,καλλιτέρευσιν και ασφάλεια", αποφυλάκισης μετά από το τέλος της ποινής, επανάληψης ποινικών πράξεων λόγω της ψυχικής παθήσεως, πιθανώς ΝΕΑ ΘΥΜΑΤΑ, ΝΕΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ.

Και κατ'αυτόν τον τρόπον εξελίσσεται ένας φαύλος κύκλος από παραγνώρισιν μίας ψυχικής παθήσεως και νέων θυμάτων.

Ας μην ξεχνάμε, ότι μία δημοκρατική φιλελεύθερη πολιτισμένη κοινωνία χαρακτηρίζεται εκτός των άλλων και από τον τρόπο με τον οποίον φροντίζει για τα ψυχικά ασθενή μέλη της. Ακόμα και γι'αυτά τα μέλη της, τα οποία την έβλαψαν, δίχως να είναι υπεύθυνα για τις πράξεις τους, εφόσον είναι ψυχικά ασθενείς δικαιοπαραβάτες. Ούτε το ,σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν", ούτε οι χρόνιες φυλακίσεις προστατεύουν μελλοντικά θύματα. Αλλά μόνον μία ανωτέρου επιπέδου, πάνω σε επιστημονικές γνώσεις βασιζόμενη νοσηλεία των διπλά στιγματισμένων δραστών.

<< Πίσω στα περιεχόμενα