Ομιλίες από την ημερίδα που οργάνωσε η Επιτροπή Εποπτείας Ψυχικά Ασθενών στις 12-2-2005 με θέματα: «Νομοθετική ρύθμιση για τη θεραπευτική αντιμετώπιση αδικοπραγούντων Ψυχικά Ασθενών», «Ενδιάμεσες δομές στην κοινοτική ψυχιατρική»
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΣΑΒΒΑΤΟ 12.2.2005 ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΧΙΛΤΟΝ
Η Νομοθετική και Νομολογιακή ρύθμιση των αδικοπραγούντων ψυχικά ασθενών
Η μεταχείριση των αδικοττραγούντων ψυχικά ασθενών από την άποψη του δικαίου είναι θέμα αρκετά περίπλοκο και ταυτόχρονα, λόγω της φύσης του, πολύ λεπτό. Οι Δικαστές καλούνται σε καθημερινή βάση να εκτελέσουν μια άσκηση εξισορρόπησης μεταξύ όχι μόνο της εκλογής του ορθού ποινικού μέτρου στη συγκεκριμένη υπόθεση αλλά και του τρόπου εφαρμογής του εκεί όπου ο κατηγορούμενος χρήζει ιδιαίτερης μεταχείρισης. Οι Δικαστές ως τα κατ' εξοχήν όργανα μέσα στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης με αποκλειστική την ευθύνη να εξετάζουν, κρίνουν και επιβάλλουν το αρμόζον υπό τις περιστάσεις ποινικό μέτρο, επιδιώκουν την επιλογή της καταλληλότερης ποινής και η πολλαπλότητα των επιδιωκόμενων σκοπών στην επιλογή του ποινικού μέτρου συνιστά ακριβώς και την πολυπλοκότητα του εξεταζόμενου θέματος, ιδιαίτερα όταν το Δικαστήριο είναι αντιμέτωπο με ψυχικά ασθενείς αδικοπραγούντες.
Χρήσιμο είναι πριν γίνει ανάλυση των θεμάτων που θα απασχολήσουν εδώ να καταγραφούν και να γίνουν κατανοητές δύο βασικές θέσεις σε σχέση με το ρόλο των Ποινικών Δικαστηρίων. Η πρώτη είναι ότι εκείνο που καλούνται τα Δικαστήρια να πράξουν σε μια κοινωνία είναι βασικά το postmortem μιας συγκεκριμένης παραβατικής συμπεριφοράς. Ο λόγος και τα αίτια της παραβατικότητας πρέπει να απασχολήσουν την επιστήμη της Κοινωνιολογίας και γενικά των επιστημών που ασχολούνται με την κοινωνική δομή και την ψυχοπαθολογία ολόκληρης της κοινωνίας. Το Δικαστήριο δεν έχει μηχανισμούς να αποτρέπει εκ προοιμίου την παραβατικότητα, ούτε και να συμβάλλει στον εντοπισμό ή στην απάλειψη των αιτιών που δημιουργούν ψυχικά ασθενή άτομα. Ο ρόλος του Δικαστηρίου κατά κύριο λόγο περιορίζεται στην εκ των υστέρων αντιμετώπιση της παραβατικότητας, αφού αυτή εκδηλωθεί μέσα στο κοινωνικό σύνολο και όταν μέσα από τη λειτουργία των μηχανισμών της κοινωνίας ο αδικοπραγών παραπεμφθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Έστω και με αυτό όμως τον περιορισμένο ρόλο τα Δικαστήρια δεν παύουν να αποτελούν φορείς ουσιαστικής βοήθειας στους αδικοπραγούντες με δεδομένο ότι η επιβολή μιας αυστηρής ή λανθασμένης ποινής εκεί που δεν αρμόζει μπορεί να ανατρέψει τις πιθανότητες ομαλής ένταξης του ατόμου στην κοινωνία μετά την αποφυλάκιση του, ενώ αντίθετα η επιβολή του ορθού και αρμόζοντος μέτρου μπορεί να βοηθήσει το άτομο στην επανένταξη του. Οι περιπτώσεις των αδικοπραγούντων ψυχασθενών, δεν αποτελούν βέβαια εξαίρεση στα πιο πάνω.
Η δεύτερη θέση είναι ότι, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, έτσι και για τους αδικοπραγούντες ψυχασθενείς το Δικαστήριο λαμβάνει όπου χρειάζεται, την μαρτυρία εμπειρογνώμονα, ψυχιάτρου, ψυχολόγου ή άλλου ειδικού, για να διαπιστωθεί αν όντως υπάρχει συγκεκριμένο ψυχιατρικό ή ψυχολογικό πρόβλημα που επηρεάζει την νοητική υπόσταση του συγκεκριμένου παραβάτη εκμηδενίζοντας την ποινική του ευθύνη ή μειώνοντας την κριτική του ικανότητα ως προς τους τρόπους και τις εκδηλώσεις της συμπεριφοράς του. Οι εμπειρογνώμονες παρουσιάζουν στο Δικαστήριο την επιστημονική τους άποψη δίνοντας στο Δικαστήριο τα επιστημονικά εκείνα κριτήρια που οδηγούν τον εμπειρογνώμονα στη συγκεκριμένη κατάληξη του, αλλά εναπόκειται πάντοτε με βάση πάγια νομολογία στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει ή όχι ψυχιατρικό ή ψυχολογικό πρόβλημα, τον βαθμό και την έκταση του. Οι εμπειρογνώμονες δίνουν μαρτυρία όχι για να υποκαταστήσουν την δικαστική κρίση η οποία πρέπει πάντοτε να είναι αυτόνομη και ανεπηρέαστη, αλλά για να υποβοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στη δική του αποκλειστική απόφαση, στα πλαίσια δε αυτά το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να ακολουθήσει εν όλω, εν μέρει ή και καθόλου την γνώμη του εμπειρογνώμονα. Πολύ συχνά παρουσιάζονται διϊστάμενες μαρτυρίες εμπειρογνωμόνων ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο και είναι υποχρεωμένο να καταλήξει σε συγκεκριμένη απόφαση επί του επιδίκου θέματος.
Με τα πιο πάνω εισαγωγικά σχόλια η ανάλυση που ακολουθεί θα περιστραφεί, όπως προδιαγράφει και ο τίτλος, γύρω από την νομοθετική και τη νομολογιακή ρύθμιση των ψυχικά ασθενών παραβατών. Με δεδομένο ότι η ημερίδα αυτή οργανώνεται από την Επιτροπή Εποπτείας Ψυχικά Ασθενών που είναι το κεντρικό όργανο που έχει συσταθεί με τον περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμο Αρ.77(1)/97, διορισμένη από το Υπουργικό Συμβούλιο με αρμοδιότητες να παρακολουθεί, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή του Νόμου και να εντοπίζει τυχόν ατέλειες με σκοπό την προώθηση μέσω των νενομισμένων διαδικασιών της τροποποίησης του, στόχος είναι μέσα από την ανάπτυξη του νομοθετικού πλαισίου που λαμβάνεται στο ζήτημα, να εντοπισθούν προβλήματα και ατέλειες που χρήζουν αναθεώρησης.
Η κατά το δυνατό ορθότερη μεταχείριση του ενώπιον του Δικαστηρίου κατηγορούμενου, που είναι ο βασικός στόχος, έχει πολλές παραμέτρους αλλά και πολλές προεκτάσεις και το Ποινικό Δικαστήριο μπορεί να αντιμετωπίσει το ζήτημα του τρόπου μεταχείρισης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, και όχι μόνο στο στάδιο της επιβολής της ποινής που είναι και το τελικό στάδιο ενασχόλησης του ποινικού Δικαστή με τον συγκεκριμένο αδικοπραγούντα. Όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, έτσι και στον αδικοπραγούντα ψυχασθενή θα πρέπει να του επιβληθεί η κατάλληλη ποινή εάν η συγκεκριμένη υπόθεση του φθάσει σε εκείνο το στάδιο. Όμως, εκτός του σταδίου της επιβολής της ποινής, η ψυχασθένεια που τυχόν βαρύνει τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο μπορεί να προβληθεί από την υπεράσπιση και σε οποιοδήποτε προηγούμενο στάδιο με βάση είτε το άρθρο 12 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, είτε με βάση το άρθρο 70 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο αρ. 89(1 )/97 στις 21.11.97. Υπάρχει στο Δίκαιο που κατοχυρώνεται και στο άρθρο 11 του Ποινικού Κώδικα, το λεγόμενο τεκμήριο της εχεφροσύνης ("presumption of sanity") με το οποίο τεκμαίρεται ότι κάθε κατηγορούμενος και κατ' επέκταση κάθε διάδικος, έχει σώας τας φρένας εκτός εάν το τεκμήριο αυτό ανατραπεί προβάλλοντας τη φρενοβλάβεια ως υπεράσπιση οπότε και ο συγκεκριμένος παραβάτης τυγχάνει διαφορετικής μεταχείρισης. Αυτό το τεκμήριο διαχέει τη βάση του ποινικού δικαίου και της ποινικής ευθύνης, εφόσον ένα άτομο δεν θεωρείται υπεύθυνο των πράξεων του αν δεν εμπίπτει στην κατηγορία του συνήθους ομαλού ατόμου με την έννοια ότι μπορεί να λειτουργεί μέσα στις κανονικές διανοητικές και φυσικές ικανότητες. Ο λογικός άνθρωπος υπέχει ποινικής ευθύνης, αλλά ο μη λογικός, εκπίπτει των ορίων της απόδοσης σ' αυτόν ποινικής ευθύνης. Εκεί όπου εγείρεται ως θέμα από την υπεράσπιση ζήτημα παραφροσύνης κάτω από το άρθρο 12, τότε το βάρος απόδειξης το φέρει η υπεράσπιση αλλά στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Όπου εγείρεται το ζήτημα από την ίδια την κατηγορούσα αρχή, όπως στην Robertson [1968] 3 All LR 557, όπου ο εκεί κατηγορούμενος για φόνο δεν είχε δικηγόρο, το βάρος το έχει η ίδια η κατηγορούσα αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η φρενοπάθεια ενός κατηγορουμένου ως υπεράσπιση ήταν παλαιότερα η μόνη διέξοδος για κατηγορούμενο που αντιμετώπιζε κατηγορία φόνου και δεν είχε την πιθανότητα της ετυμηγορίας της ανθρωποκτονίας. Αυτό όμως απώλεσε την σημασία του με την κατάργηση της θανατικής ποινής στην μεν Αγγλία από το 1965 και ακόμη και προγενέστερα με την καθιέρωση της υπεράσπισης της μειωμένης ευθύνης ("diminished responsibility") με το Homicide Act 1957, στην δε Κύπρο το 1999 με τον τροποποιητικό του Ποινικού Κώδικα Νόμο αρ. 15/99.
Περαιτέρω, για την θεμελίωση της υπεράσπισης της φρενοπάθειας ακολουθούνται εν πολλοίς τα λεγόμενα M'Naghten Rules από την περίφημη υπόθεση Daniel M'Naghten's Case [1843] 10 CI & F 200, τα οποία όμως σήμερα θεωρούνται αναχρονιστικά υπό το φως της σύγχρονης ψυχιατρικής επιστήμης . Τα M'Naghten Rules συναρτούσαν την φρενοπάθεια με το "defect of reason, from disease of the mind" φράση που ερμηνεύτηκε στην πορεία του χρόνου να περιλαμβάνει ακόμη και αιτιάσεις όπως την επιληψία (Sullivan [1984] AC 156, την υπνοβασία (Burgess [1991] 2 QB 92) και την υπεργλυκαιμία (Hennessy [1989] 89 Cr. App. R.10). Αν τα αποτελέσματα αυτά δημιουργούν ερωτηματικά, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι εκείνο που το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει είναι κατά πόσον τέτοιες καταστάσεις υγείας εμπίπτουν στο νομικό ορισμό της φρενοβλάβειας εντός των Mc Naghten Rules, αν δηλαδή υπάρχει ασθένεια που επηρεάζει την ορθή λειτουργία των νοητικών ικανοτήτων της λογικής, της μνήμης και της κατανόησης. Η φράση "disease of the mind" δεν σημαίνει ασθένεια του εγκεφάλου. Η φρασεολογία που χρησιμοποιείται είναι νομική ορολογία και όχι ιατρική. To Law Commission της Αγγλίας εισηγείται στην έκθεση του το 2002, μια ριζική αλλαγή στις υπερασπίσεις που σχετίζονται με τις ψυχικές ασθένειες, εισάγοντας το νέο όρο "mental disorder" και μια ενιαία υπεράσπιση αντί της φρενοβλάβειας ή της μειωμένης ευθύνης, ώστε να οδηγεί, όπου είναι επιτυχής, στο λεγόμενο "mental disorder verdict". Οι περιπτώσεις των άρθρων 12 και 70 που αναφέρθηκαν εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία και θα τύχουν ανάλυσης στην πορεία μαζί με τα προβλήματα που δημιουργούνται.
Είναι πρόσφορο όμως να αναφερθεί πρώτα ο νομολογιακός τρόπος αντιμετώπισης των ψυχασθενών.
Ανάλογα με τον βαθμό ψυχολογικής ή ψυχιατρικής ανισορροπίας το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο επιβάλλοντας την ποινή να ισοζυγίσει από τη μια την αναγκαιότητα της επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ανάλογα με την σοβαρότητα του αδικήματος και τις επιπτώσεις στο θύμα, αλλά από την άλλη οφείλει να ασκήσει και το εξ ίσου σοβαρό καθήκον του που είναι να εξατομικεύσει την ποινή όχι μόνο σε σχέση με τα προσωπικά δεδομένα του ιδίου του κατηγορουμένου, αλλά ιδιαίτερα και σε σχέση με τα προσωπικά του δεδομένα περιλαμβανομένων και των όποιων ψυχικών διαταραχών. Ιδιαίτερα για τους αδικοπραγούντες ψυχασθενείς έχει σημασία για το Δικαστήριο να στοχεύσει σε εκείνη την ποινή που θα διασφαλίσει κατά το δυνατό στον αποκλεισμό ή στην απομάκρυνση της πιθανότητας ο αδικοπραγών ψυχασθενής να υποστεί υποτροπή εξακολουθώντας να αποτελεί πρόβλημα τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους συνανθρώπους του. Επομένως το στοιχείο της ενδεχόμενης αποθεράπευσης συντρέχει με την δυνατότητα αναμόρφωσης του συγκεκριμένου παραβάτη και αποτελεί το κύριο μέλημα των λειτουργών της δικαιοσύνης κατά την επιβολή της ποινής.
Αποτελεί πάγια αρχή ότι οι αδικοπραγούντες ψυχασθενείς πρέπει να τυγχάνουν ιδιαίτερης μεταχείρισης όταν έχουν προβλήματα ψυχικής υγείας όχι κατ ανάγκην τέτοια που να πρέπει να τύχουν μεταχείρισης κάτω από συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες. Η βασική αυτή αρχή έχει διατυπωθεί στην υπόθεση Νίκος Βουδάσκας ν. Δημοκρατίας (1967) 2 Α.Α.Δ. 109, όπου το Εφετείο ανέφερε ότι όπου η διανοητική κατάσταση του κατηγορουμένου δεν μπορεί να προβληθεί υπό τύπο υπεράσπισης κάτω από το Νόμο αλλά μόνο ως στοιχείο μετριασμού της ποινής, το συμφέρον του καταδικασθέντος τις περισσότερες περιπτώσεις εξυπηρετείται καλύτερα από τις ιατρικές υπηρεσίες των φυλακών, παρά εάν ο αδικοπραγών που πάσχει από κάποιο πρόβλημα παραμείνει ελεύθερος. Η διανοητική κατάσταση ενός κατηγορούμενου πρέπει να ληφθεί υπόψη για τους σκοπούς της ιδρυματικής μεταχείρισης του κατά τη διάρκεια της κράτησης του. Η πιο πάνω αρχή διαχέεται βέβαια από τα περιοριστικά στεγανά του συστήματος, γιατί το στοιχείο της αποθεράπευσης ή της ιδιαίτερης μεταχείρισης των αδικοπραγούντων ψυχασθενών, διαπερνά κατ' ανάγκη η εγκάθειρξη του προσώπου και η μεταχείριση του μέσα από το ποινικό μέτρο που είναι ουσιαστικά η φυλάκιση του. Όπως αναφέρθηκε και πριν, η ποινή φυλάκισης πιθανόν να είναι επιβεβλημένη όπου το έγκλημα είναι τέτοιο που καθιστά έκδηλη και πρωταρχικής σημασίας την προστασία του κοινού. Έτσι σε υποθέσεις όπως οι Κεντάς ν. Δημοκρατίας (1971) 2 Α.Α.Δ. 305, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας (1971) 2 Α.Α.Δ. 158, και Παντελή ν. Δημοκρατίας (1969) 2 Α.Α.Δ. 92, χαρακτηριστικές υποθέσεις ανθρωποκτονίας, το Ανώτατο Δικαστήριο περιορίστηκε στη μείωση των πολυετών ποινών φυλάκισης παρά την ύπαρξη ψυχασθένειας. Αλλά και σε λιγότερο σοβαρές υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων δεν τους προσδίδουν τον χαρακτήρα του σοβαρού ή ειδεχθούς εγκλήματος, το στοιχείο της ψυχασθένειας δυνατόν να οδηγήσει σε μείωση των ποινών φυλάκισης που επιβάλλονται ούτως ώστε να αντανακλάται η ανάγκη για ψυχιατρική φροντίδα ή μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στην απόλυση του κατηγορουμένου όπως στην υπόθεση Ανδρέα Φωκά Κώστα (1966) 2 Α.Α.Δ. 87, όπου το Στρατοδικείο δεν είχε λάβει υπόψη ιατρικό πιστοποιητικό που έδειχνε ότι ο νεαρός παραβάτης έπασχε από ψυχωτική προσωπικότητα σε βαθμό που αναιρείτο η βάση της ποινικής ευθύνης του.
Η Κυπριακή Δικαιοσύνη αναγνώρισε και την ανάγκη ορθής νομοθετικής ρύθμισης μέσα από τις υποθέσεις που κατά καιρούς την απασχόλησαν τις πλείστες φορές μετά από τραγικά οικογενειακά γεγονότα. Το ίδιο το Εφετείο στην υπόθεση Λεμή ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 340, είχε σχολιάσει ότι θα έπρεπε να απασχολήσει τις αρμόδιες αρχές η μεταχείριση παραβατών με διαταραγμένη προσωπικότητα ώστε να διευρυνθεί το φάσμα των υφισταμένων μέσων που παρέχονται στο Ποινικό Δικαστήριο για τιμωρία αλλά και αναμόρφωση των αδικοπραγούντων. Η υπόθεση αυτή έδωσε και το έναυσμα για τον εκ νέου προβληματισμό ως προς την ανάγκη για ιδρυματοποίηση των αδικοπραγούντων ψυχασθενών με δεδομένο ότι ο εφεσείων εκεί είχε σκοτώσει την μητέρα του με μαχαίρι χωρίς εμφανή αιτία. Παρά την ψυχική ανισορροπία του δράστη, επελέγη η ποινή της οκταετούς φυλάκισης ως ορθή τιμωρία με δεδομένο αφ' ενός ότι η ευθύνη του ήταν μεν μειωμένη, αλλά όχι αμελητέα, αφετέρου δε απουσίαζε τότε από την Κύπρο εναλλακτικός μηχανισμός για αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων. Σε πιο πρόσφατες υποθέσεις όπως οι Παναγή ν Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 745, και Φαναρτζής ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ .43, το Εφετείο επεκύρωσε ποινές δωδεκαετούς και τετραετούς φυλάκισης αντίστοιχα σε κατηγορούμενους που στην μεν πρώτη υπόθεση ο κατηγορούμενος έπασχε από παρανοητική σχιζοφρένια και ενώ ήταν μόνιμος τρόφιμος του Νοσοκομείου Αθαλάσσας στραγγάλισε δύο άλλους τροφίμους, ενώ στη δεύτερη ο κατηγορούμενος ήταν διαπιστωμένος σχιζοφρενής, βίωνε ακουστικές ψευδαισθήσεις και είχε ρηχό και απρόσφορο συναίσθημα. Και στις δύο υποθέσεις το Εφετείο υπέδειξε και πάλι ότι είναι καιρός να προσφερθούν εναλλακτικά αλλά ταυτόχρονα ορθολογιστικά μέτρα προς αντιμετώπιση τέτοιων ατόμων.
Ακόμη όμως και μετά την εισαγωγή του Νόμου, δεν γίνεται κατ' ανάγκην χρήση των προνοιών του, όσο προβληματικές και αν είναι ορισμένες εξ αυτών, όπως θα αναφερθεί πιο κάτω. Η συνήθης αντιμετώπιση είναι να μειώνεται η ποινή φυλάκισης λογίζοντας υπέρ του κατηγορουμένου την επιβάρυνση στην ψυχική του υγεία, όπως στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ.1) [2001] 2 Α.Α.Δ. 299, όπου ο εφεσείων είχε βεβαρυμένο ιστορικό ψυχικής διαταραχής και βρισκόταν κατά το χρόνο διάπραξης της παρανομίας υπό ψυχοφαρμακευτική αγωγή χωρίς να διέθετε υψηλό όριο αντοχής στην άσκηση του αναγκαίου αυτοελέγχου. Η δωδεκάμηνη ποινή φυλάκισης μειώθηκε στους έξι μήνες. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας Δημοκρατίας ν. Χαράλαμπου Άνθιμου Παύλου υπ' αρ. 1868/03 υπόθεση ημερ.6.6.03, το Κακουργιοδικείο επέβαλε δεκαετή ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο που είχε σκοτώσει για ασήμαντη αφορμή τον πατέρα του με μαχαίρι, λαμβάνοντας υπόψη τα πιστοποιημένα ψυχιατρικά προβλήματα του κατηγορουμένου, εξαρτητικού και σχιζοτυπικού τύπου, βιώνοντας πληθώρα παραληρητικών ιδεών και ψευδαισθήσεων ακουστικού τύπου, αισθανόμενος ότι οι πράξεις του κατευθύνονταν από διάφορες δυνάμεις. Δεν έγινε όμως επίκληση της σύγχρονης νομοθεσίας.
Η διαπίστωση της αναγκαιότητας για τη δημιουργία ορθότερου νομοθετικού πλαισίου οδήγησε εν τέλει στον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας σε ότι αφορά την αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών ατόμων που φιλτράρονται μέσα από το Δικαστικό σύστημα. Η παλαιότερη νομοθεσία που ίσχυε από το 1931, από τον καιρό δηλαδή της αποικιοκρατίας, με τον Περί Διανοητικώς Ασθενών Νόμο Κεφ. 152 αισίως καταργήθηκε με τον Περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμο αρ. 77(1 )/97. Ο Νόμος αυτός δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 25.7.97 και έχει ως πρότυπο το Mental Health Act 1983 της Αγγλίας. Ο Νόμος ορίζει ως ψυχικά ασθενή πρόσωπο το οποίο πάσχει, σύμφωνα με το άρθρο 3, από ψυχική διαταραχή η οποία ορίζεται να σημαίνει «διαταραχή της συμπεριφοράς που οφείλεται σε ψυχική νόσο, η οποία είναι ασύμβατη με τον τόπο, τον χρόνο και την ηλικία του ατόμου στην οποία εκδηλώνεται». Δεν υπάρχει ιδιαίτερος ορισμός της ψυχικής νόσου και έτσι σε ένα βαθμό ο ορισμός της «ψυχικής διαταραχής» στο άρθρο 3 του Νόμου είναι κυκλοτερής. Προβλέπεται όμως στο άρθρο 4 του Νόμου ότι η ψυχική διαταραχή όπως ορίζεται στο άρθρο 3, θα λογίζεται ως «σοβαρή ψυχική διαταραχή» για την οποία και δικαιολογείται υποχρεωτική νοσηλεία όταν η ψυχική διαταραχή είτε εκδηλώνεται με βιαιότητα και σοβαρή αντικοινωνική συμπεριφορά είτε η κριτική ικανότητα του ασθενούς έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό που καθιστά την κράτηση του ασθενούς αναγκαία για την προστασία του ιδίου και των πλησίων του.
Ο περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμος περιέχει διάφορες διατάξεις που δεν σχετίζονται κατ' ανάγκη με τους ψυχικά ασθενείς αδικοπραγούντες. Περιέχει κατά το πρότυπο της παλαιότερης νομοθεσίας τις αναγκαίες εκείνες διατάξεις που καθορίζουν τον μηχανισμό για τη νοσηλεία των ψυχικά ασθενών προσώπων είτε προαιρετικώς με βάση το άρθρο 8 του Νόμου που μπορεί να λάβει χώραν όταν ο ίδιος ο ασθενής υπογράψει εθελοντικά αίτηση για νοσηλεία και ο υπεύθυνος του ψυχιατρικού κέντρου εκδώσει αναγκαία ψυχιατρική γνωμάτευση για το σκοπό της παροχής νοσηλείας, είτε υποχρεωτική νοσηλεία δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9, όπου ο ασθενής πάσχει από σοβαρή ψυχική διαταραχή (που είναι η περίπτωση που αναφέρθηκε προηγουμένως στον ορισμό του άρθρου 4 του Νόμου), οπότε και παράσχεται κατάλληλη νοσηλεία σε ασφαλές ψυχιατρικό κέντρο.
Όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα της μεταχείρισης των αδικοπραγούντων ψυχασθενών σχετικές είναι μόνο οι διατάξεις που περιέχονται στο άρθρο 38 του Νόμου το οποίο προνοεί ότι όταν πρόσωπο καταδικάζεται για οποιοδήποτε αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση και πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο 3 του άρθρου, το Δικαστήριο το οποίο καταδίκασε το πρόσωπο δύναται να εκδώσει το λεγόμενο Διάταγμα Ψυχιατρικής Νοσηλείας, το οποίο εξουσιοδοτεί την εισδοχή και κράτηση του ατόμου σε κατάλληλο κέντρο με σκοπό την απαιτούμενη νοσηλεία. Καταδίκη μπορεί βέβαια να επέλθει είτε μετά από πλήρη ακροαματική διαδικασία ή μετά από παραδοχή. Το Διάταγμα εδώ εκδίδεται μετά την καταδίκη, του προβλήματος της ψυχασθένειας εγειρομένου μετά τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης και όχι πριν από αυτήν, όπως συμβαίνει με τα άρθρα 12 και 70 που προαναφέρθηκαν. Το διάταγμα αυτό μπορεί να περιλαμβάνει τέτοιους όρους και να δίνει τέτοιες οδηγίες που κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απαραίτητες για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του διατάγματος και την επίτευξη των στόχων έκδοσης του. Ένα διάταγμα ψυχιατρικής νοσηλείας αποτελεί επαρκή εξουσιοδότηση με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου 5 του ιδίου άρθρου, σε οποιοδήποτε αστυνομικό ή κηδεμονευτικό λειτουργό ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς το οποίο το Δικαστήριο απευθύνεται για να μεταφέρει τον καταδικασθέντα στο αναφερόμενο στο κέντρο διάταγμα, στον δε υπεύθυνο του συγκεκριμένου κέντρου να αποδεχθεί την εισαγωγή του καταδικασθέντος και να τον κρατήσει σύμφωνα με τους όρους και οδηγίες που τυχόν περιέχονται στο διάταγμα.
Οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος ψυχιατρικής νοσηλείας καθορίζονται στο εδάφιο 3 και είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί με βάση γραπτή ή προφορική ιατρική γνωμάτευση ψυχιάτρου, ότι ο καταδικασθείς υποφέρει από σοβαρή ψυχική διαταραχή τέτοιας μορφής και τέτοιου βαθμού που δικαιολογούν την κράτηση του σε κατάλληλο κέντρο για παροχή της αναγκαίας θεραπευτικής αγωγής και ταυτόχρονα το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι ο καταλληλότερος τρόπος μεταχείρισης του αδικοπραγούντος λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης, όπως η φύση του αδικήματος, ο χαρακτήρας και το ιστορικό του καταδικασθέντος, καθώς και τυχόν εναλλακτικών τρόπων μεταχείρισης. Αυτές οι πρόνοιες είναι συμβατές και απόρροια της Ευρωπαϊκής Νομολογίας στην υπόθεση Winterwerp ν. Netherlands [1979] 2 EHRR 387, η οποία έθεσε παρόμοια κριτήρια για την νόμιμη αποστέρηση της ελευθερίας των ψυχικά ασθενών ατόμων. Δεν εκδίδεται όμως διάταγμα ψυχιατρικής νοσηλείας καταδικασθέντος στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη αφορά φόνο εκ προμελέτης ή άλλο αδίκημα η ποινή του οποίου καθορίζεται επιτακτικά από Νόμο ή όταν το Δικαστήριο έχει εξουσία και προτίθεται να εκδώσει δυνάμει άλλου νόμου διάταγμα δήμευσης περιουσίας που αποκτήθηκε παράνομα από τη διάπραξη του αδικήματος. Όμως στις πρόνοιες του άρθρου 38(3)(α) εντοπίζεται και το πρώτο πρόβλημα. Φαίνεται να εισάγεται ένα διαφορετικό κριτήριο όσον αφορά το βαθμό ικανοποίησης του Δικαστηρίου περί σοβαρής ψυχικής διαταραχής, διότι ενώ ήδη με το άρθρο 4(1 )(β) καθορίζεται πότε η «ψυχική διαταραχή» του άρθρου 3, θεωρείται ως «σοβαρή ψυχική διαταραχή», στο άρθρο 38(3)(α) προστίθενται οι λέξεις «τέτοιας μορφής και τέτοιου βαθμού που δικαιολογούν την κράτηση του σε κατάλληλο κέντρο». Δεν είναι σαφές αν αυτή η πρόσθετη φρασεολογία προσθέτει οτιδήποτε στο δοθέντα ορισμό της σοβαρής ψυχικής διαταραχής.
Μετέπειτα, θα πρέπει να γίνουν και τα εξής σχόλια: Κατ' αρχάς είναι λυπηρό, από την άποψη ότι δεν του δίνεται η δέουσα σημασία, ότι το άρθρο 38 εμπεριέχεται στο Μέρος VIII που αφορά τις ποικίλες διατάξεις της νομοθεσίας αυτής. Αυτό πιθανώς να οφείλεται στο γεγονός ότι στο αρχικό Νομοσχέδιο που δημοσιεύτηκε στο Έκτο Παράρτημα της Επίσημης Εφημερίδας του 1997 στις 10.1.97 με αρχικό τίτλο «Ο περί Ψυχικής Υγείας Νόμος» του 1996, δεν είχε περιληφθεί καμιά σχετική πρόνοια για την έκδοση διατάγματος ψυχιατρικής νοσηλείας καταδικασθέντος. Στην επεξεργασία, ως φαίνεται, προστέθηκε αυτό το άρθρο αλλά αφέθηκε, να είναι στις «Ποικίλες Διατάξεις». Αυτή η εκ των υστέρων επεξεργασία και χωρίς τη δέουσα σφαιρική σύνδεση με το υπόλοιπο νομοσχέδιο, πρέπει να ευθύνεται και για τις ατέλειες και τα προβλήματα που εντοπίζονται.
Ένα από τα βασικά προβλήματα των διατάξεων του άρθρου είναι ότι με το εδάφιο 6(α) προνοείται ότι ένα τέτοιο διάταγμα ψυχιατρικής νοσηλείας εφαρμόζεται ως διάταγμα προσωρινής παροχής υποχρεωτικής νοσηλείας μετατρεπόμενο ακολούθως σε διάταγμα με τη διατύπωση του άρθρου 10. Επίσης το εδάφιο 6(β), προνοεί ότι τέτοιο διάταγμα υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 11. Αυτές οι δύο πρόνοιες του εδαφίου 6 του άρθρου 38, δεν είναι πολύ σαφείς ως προς την εμβέλεια τους αλλά και τον τρόπο εφαρμογής τους. Ως θέμα αρχής, η έκδοση ενός διατάγματος ψυχιατρικής νοσηλείας που θεωρείται αναγκαίο να εκδοθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 38(1) (2) και (3), δεν μπορεί να θεωρείται ως διάταγμα προσωρινής παροχής υποχρεωτικής νοσηλείας και δεν υπάρχει αποχρών λόγος γιατί ένα τέτοιο διάταγμα ψυχιατρικής νοσηλείας αδικοπραγούντος και καταδικασθέντος προσώπου που θεωρήθηκε από το Δικαστήριο αναγκαίο να εκδοθεί μετά από την γραπτή ή προφορική ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου, να έχει εφαρμογή μόνο ως διάταγμα προσωρινής παροχής υποχρεωτικής νοσηλείας, εάν έχει ήδη διαπιστωθεί η αναγκαιότητα της κράτησης του ατόμου που ήδη πάσχει από σοβαρή ψυχική διαταραχή. Αυτή η πρόνοια της εφαρμογής ενός διατάγματος ως διάταγμα προσωρινής παροχής υποχρεωτικής νοσηλείας περιορίζει άνευ λόγου την εξουσία του Δικαστηρίου και την έκταση του ιδίου του διατάγματος. Μετέπειτα, είναι δυσνόητη η πρόνοια για μετατροπή του διατάγματος προσωρινής νοσηλείας σε διάταγμα με βάση τη διατύπωση του άρθρου 10. Εννοείται ότι μετατρέπεται αυτόματα σε υποχρεωτική νοσηλεία, με τη λήξη των δύο εβδομάδων ή πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 10; Το άρθρο 10 προνοεί όμως για ολόκληρη διαδικασία παροχής υποχρεωτικής νοσηλείας, με βάση την οποία μετά τη λήξη της προσωρινής νοσηλείας, το Δικαστήριο εξετάζει σε νέα ημερομηνία που ορίζει κατά πόσο επιβάλλεται η όχι η έκδοση διαρκούς νοσηλείας. Ποια ακριβώς είναι η έννοια της πρόνοιας για μετατροπή της προσωρινής νοσηλείας «... σε διάταγμα με τη διατύπωση (όχι τη διαδικασία) του άρθρου 10»; Ο πλαγιότιτλος του άρθρου 10 όμως, αλλά και οι ίδιες οι πρόνοιες του, ομιλούν για τη διαδικασία υποχρεωτικής νοσηλείας. Και αν πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 10 τουλάχιστον για την παροχή υποχρεωτικής διαρκούς νοσηλείας, τότε ποια είναι η σκοπιμότητα να γίνεται επανεξέταση από το Δικαστήριο κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση Διατάγματος διαρκούς νοσηλείας, εφόσον το Δικαστήριο ήδη έκρινε ότι ο αδικοπραγών λόγω σοβαρής ψυχικής διαταραχής χρήζει περιορισμού σε κατάλληλο κέντρο για σκοπούς νοσηλείας; Και ποια είναι η έννοια και πώς συμβιβάζεται με το ήδη εκδοθέν Διάταγμα Ψυχιατρικής Νοσηλείας, η πρόνοια του άρθρου 10(1)(ε), ότι το Δικαστήριο δύναται να αφήσει ελεύθερο τον ασθενή αν κρίνει με βάση τη μαρτυρία που προσκομίζεται με την επανεξέταση του Διατάγματος προσωρινής νοσηλείας μετά από μόλις δύο εβδομάδες, ότι δεν συνιστάται η έκδοση διατάγματος διαρκούς νοσηλείας; Όταν ήδη ο αδικοπραγών έχει καταδικασθεί.
Τα πιο πάνω ερωτήματα μπορούν να εκλείψουν με μια σαφή επαναδιατύπωση του άρθρου 38(6). Ακόμη όμως και αν η μετατροπή είναι αυτόματη, τότε με βάση τις περαιτέρω πρόνοιες του άρθρου 10 σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος διαρκούς νοσηλείας, αυτό έχει ισχύ για περίοδο μέχρι δύο μηνών, δύναται δε να ανανεωθεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 11, για περίοδο μέχρι και 12 μήνες. Είναι λοιπόν σαφές ότι υπάρχουν με βάση τα άρθρα 10 και 11 χρονικοί περιορισμοί έστω και στα διατάγματα διαρκούς νοσηλείας. Τι γίνεται όμως στη λήξη της περιόδου των 12 μηνών αν η ψυχασθένεια εξακολουθεί να υφίσταται; Περαιτέρω αυτοί οι χρονικοί περιορισμοί αντίκεινται στο σκοπό και την έννοια της μεταχείρισης ενός αδικοπραγούντος ψυχασθενούς κατά τον τρόπο που το ίδιο το Δικαστήριο ήθελε διατάξει εφόσον δεν παρέχεται η ευχέρεια για καθορισμό της χρονικής διάρκειας από το ίδιο το Δικαστήριο. Ένα παράδειγμα ίσως βοηθήσει στην κατανόηση των προβλημάτων. Ένας αδικοπραγών που καταδικάζεται για παράδειγμα, για βιασμό για την οποία η προβλεπόμενη ποινή είναι μέχρι και ισόβια φυλάκιση, εάν ταυτόχρονα είναι ψυχικά ασθενής κατά την έννοια της νομοθεσίας, θα τύχει με την εφαρμογή των προνοιών της ίδιας της νομοθεσίας ηπιότερης μεταχείρισης από αυτήν που θα επέβαλλε το Δικαστήριο ως το αρμόζον ποινικό μέτρο για την περίπτωση του. Εάν το ορθό μέτρο για την περίπτωση θα ήταν πενταετής φυλάκιση, τότε ο καταδικασθείς, έστω και αν πάσχει από ψυχική νόσο, θα έπρεπε να παραμείνει μακράν του κοινωνικού συνόλου για ολόκληρη την πενταετία λαμβάνοντας και την αναγκαία ψυχιατρική θεραπεία. Εάν όμως εκδοθεί διάταγμα ψυχιατρικής νοσηλείας με βάση το άρθρο 38, αυτόματα η χρονική διάρκεια της κράτησης του θα είναι πολύ μικρότερη αντιστρατεύοντας έτσι το ορθό ποινικό μέτρο που θα έκρινε το ίδιο το Δικαστήριο.
Επανέρχομαι στις πρόνοιες του άρθρου 12 του Ποινικού Κώδικα σε συνδυασμό με τα πιο πάνω. Εάν εγερθεί η υπεράσπιση της φρενοπάθειας και το Δικαστήριο αποφασίσει ότι όντως ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη για την οποία κατηγορείται, τότε με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού, αλλά και τη νομολογία που ισχύει, ο κατηγορούμενος αθωώνεται λόγω όμως φρενοπάθειας, με αποτέλεσμα να ακολουθεί επιτακτικά η κράτηση του κατηγορουμένου σε Κρατικό Ψυχιατρικό Κέντρο σύνηθες ή ασφαλούς κράτησης ανάλογα με την κατάσταση του. Αυτό είναι απόρροια της πρόνοιας του άρθρου 70(4) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Το πρόβλημα όμως που εδώ και πάλι δημιουργείται είναι ότι οι διατάξεις του εδαφίου 5 του ιδίου άρθρου προνοούν ότι η χρονική περίοδος κράτησης δυνάμει του άρθρου 70 (που περιλαμβάνει και τις περιπτώσεις που πρόσωπο αθωώνεται δυνάμει δίκης δυνάμει του άρθρου 12 του Ποινικού Κώδικα), ρυθμίζεται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο για το οποίο εκδόθηκε διάταγμα διάρκειας δυνάμει του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου, υποκείμενο στις ίδιες διατάξεις σχετικά με την ανανέωση ή τον τερματισμό του. Αναφέρθηκαν όμως ήδη τα προβλήματα που εγείρονται από τις πρόνοιες του Νόμου αυτού σε σχέση με τον περιορισμό ουσιαστικά των εξουσιών του Δικαστηρίου να επιβάλει εκείνο το μέτρο που θα άρμοζε στην περίπτωση, προνοώντας όμως ταυτόχρονα για την ψυχιατρική νοσηλεία του ατόμου καθ' όλη την περίοδο κράτησης του. Για παράδειγμα, κατηγορούμενος γΓ απόπειρα φόνου ή ακόμη και για ανθρωποκτονία, ενώ ο κατηγορούμενος εάν δεν έπασχε από φρενοπάθεια ή ψυχική διαταραχή, θα λάμβανε ως το αρμόζον ποινικό μέτρο μια ποινή φυλάκισης μεταξύ 10 και 20 χρόνων, όπως προδιαγράφουν νομολογιακά οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την αθώωση του ή την μεταχείριση του δυνάμει του άρθρου 70, η περίοδος εγκλεισμού ή απομάκρυνσης του ατόμου από την κοινωνία ρυθμίζεται για πολύ μικρότερα χρονικά διαστήματα και όχι για όλη την περίοδο που θα έπρεπε να παραμείνει υπό κράτηση.
Το ίδιο το άρθρο 70 τώρα προκαλεί με τις πρόνοιες του ιδιάζοντα προβλήματα στην πράξη. Το άρθρο προνοεί ότι είτε το κατηγορούμενο πρόσωπο, μέσω του δικηγόρου του, είτε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος στη διαδικασία είτε το ίδιο το Δικαστήριο μπορεί να εγείρει το ζήτημα ότι ο κατηγορούμενος είναι ανίκανος λόγω ψυχικής διαταραχής σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Το Δικαστήριο τότε δύναται να διατάξει την διεξαγωγή έρευνας για την εξακρίβωση του κατά πόσο ο κατηγορούμενος πάσχει από ψυχική διαταραχή που τον καθιστά ανίκανο να παρακολουθήσει την διαδικασία και αν μετά την διεξαγωγή της έρευνας κρίνει ότι είναι πράγματι ανίκανος, τότε διατάσσει όπως, είτε κρατηθεί σε κρατικό ψυχιατρικό κέντρο σύνηθες ή ασφαλούς κράτησης, είτε τεθεί υπό την παρακολούθηση ψυχιάτρου για την παροχή της αναγκαίας νοσηλείας, μέχρις ότου βελτιωθεί η κατάσταση του σε σημείο που να μπορεί να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο αναβάλλει την υπόθεση για χρονικά διαστήματα που δεν υπερβαίνουν τους τέσσερις μήνες στο σύνολο τους και αν στο τέλος της περιόδου των τεσσάρων μηνών, ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να είναι ανίκανος να παρακολουθήσει τη διαδικασία, το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα κράτησης σε σύνηθες ή ασφαλές κρατικό ψυχιατρικό κέντρο.
Το πρώτο πρόβλημα που δημιουργεί το άρθρο αυτό είναι και διαδικαστικό αλλά και ουσιαστικό. Σύμφωνα με το εδάφιο 2 του άρθρου, το Δικαστήριο προτού προχωρήσει στην έκδοση του διατάγματος ψυχιατρικής νοσηλείας μετά την νενομισμένη διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας, οφείλει να βεβαιωθεί ότι υπάρχουν καταθέσεις και τυχόν άλλα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εύλογα στοιχειοθετούν το αδίκημα με το οποίο βαρύνεται ο κατηγορούμενος και το Δικαστήριο επιθεωρεί και μελετά στην παρουσία του δικηγόρου του ή του κατηγορουμένου, όλες τις καταθέσεις και τα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία που είναι στη διάθεση της κατηγορούσας αρχής, εάν δε κρίνει ότι τα στοιχεία αυτά δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα, απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από τις κατηγορίες με τις οποίες βαρύνεται ως εάν αυτές να είχαν αποσυρθεί δυνάμει του άρθρου 92 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, προτού κληθεί ο κατηγορούμενος να απαντήσει στο κατηγορητήριο ανεξάρτητα από του εάν έχει απαντήσει ή όχι στο κατηγορητήριο. Δημιουργείται όμως το εξής πρόβλημα: Κατά τεκμήριο θεωρείται ότι έχει στοιχειοθετηθεί υπόθεση εναντίον ενός κατηγορουμένου από την αστυνομική διερεύνηση αν πρόκειται για συνοπτική διαδικασία, εάν δε πρόκειται για υπόθεση ενώπιον Κακουργιοδικείου, τότε ο κατηγορούμενος έχει ήδη περάσει και το στάδιο της παραπομπής που μέσα από την προανάκριση το αρμόδιο Δικαστήριο έκρινε κατόπιν μελέτης και πάλιν του φακέλου ότι η υπόθεση είναι πρέπουσα για παραπομπή και εκδίκαση από το Κακουργιοδικείο. Επομένως η πρόνοια του εδαφίου 2 ξενίζει διότι παρέχει την δυνατότητα ανατροπής άρδην των δεδομένων που προηγήθηκαν της καταχώρησης και της παραπομπής της υπόθεσης, ειδικά, στο Κακουργιοδικείο. Μάλιστα ο τρόπος διατύπωσης του εδαφίου 3 δίνει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από τις κατηγορίες, χωρίς καν να ακούσει τις απόψεις της κατηγορούσας αρχής για την τυχόν απαλλαγή του κατηγορούμενου.
Αλλά και ουσιαστικά, η τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος είναι πράγματι ανίκανος μετά την διεξαγωγή της έρευνας να παρακολουθήσει τη δίκη του με τη συνακόλουθη διαταγή για κράτηση σε κρατικό ψυχιατρικό κέντρο, περιορίζεται χρονικά κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν ο κατηγορούμενος ήταν πρόσωπο για το οποίο εκδόθηκε διάταγμα διαρκείας δυνάμει του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμο. Τα προβλήματα γι' αυτή την τττυχή έχουν ήδη αναφερθεί. Υπάρχει όμως ένα ακόμα ουσιαστικότερο πρόβλημα το οποίο αφορά το συνδυασμό του άρθρου 70 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου με την ύπαρξη ψυχικής διαταραχής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος με σημαντικά μειωμένο δείκτη νοημοσύνης δεν καλύπτεται κατ' ανάγκην από την έννοια της ψυχικής διαταραχής. Εάν το ουσιαστικό πρόβλημα ενός κατηγορούμενου είναι η ήπια νοητική καθυστέρηση με μειωμένη την κριτική ικανότητα, προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο αυτή η μειωμένη κριτική ικανότητα λόγω μειωμένης νοητικής αντίληψης, καθιστά τον κατηγορούμενο ανίκανο να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Εκείνο το οποίο αβίαστα προκύπτει από το λεκτικό του υπό εξέταση άρθρου 70, ερμηνεύοντας το λεκτικό του με την γραμματική έννοια των λέξεων που χρησιμοποιείται ως ο κατ' εξοχήν μηχανισμός ερμηνείας νομοθετημάτων, είναι ότι η ανικανότητα να παρακολουθήσει κάποιος την διαδικασία πρέπει να προέρχεται από ψυχική διαταραχή όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 3 του Νόμου 77(1 )/97. Δεν μπορεί να αποσυνδεθεί η χρήση της φράσης «ψυχική διαταραχή» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 70 από την ανικανότητα να παρακολουθήσει ένας τη διαδικασία, διότι το ίδιο το άρθρο συνδέει τις δυο προϋποθέσεις χωρίς περιστροφές. Επομένως, το ερώτημα που τελικώς εγείρεται είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι ανίκανος λόγω ψυχικής διαταραχής να παρακολουθήσει τη διαδικασία και η έρευνα που διατάσσεται από το Δικαστήριο έχει σκοπό να διαπιστώσει αν η ανικανότητα παρακολούθησης της διαδικασίας προέρχεται και είναι απόρροια της ψυχικής διαταραχής.
Από μια άποψη η σύνδεση αυτή είναι επιθυμητή διότι δεν θα ήταν νοητή η κράτηση κατηγορουμένου σε ψυχιατρικό κρατικό κέντρο ή η παρακολούθηση του από ψυχίατρο για την παροχή αναγκαίας νοσηλείας μέχρι να βελτιωθεί η κατάσταση του εάν δεν πάσχει από ψυχική διαταραχή. Συνεπάγεται ότι, η ύπαρξη, για παράδειγμα, ήπιας νοητικής καθυστέρησης χωρίς την συνύπαρξη ψυχικής διαταραχής δεν μπορεί να οδηγήσει στην έκδοση διατάγματος με βάση τις υποπαρ. (α) και (β) του εδαφίου 1 του άρθρου 70. Κάτι τέτοιο θα ήταν εκτός του γράμματος και πνεύματος του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου, αλλά θα ήταν και ενάντια στα ανθρώπινα δικαιώματα του κατηγορούμενου να αναγκασθεί να τύχει νοσηλείας ως ψυχικά πάσχων από την στιγμή που η μόνη πάθηση που αντιμετωπίζει είναι αυτή της ήπιας νοητικής καθυστέρησης. Τέτοια περίπτωση αντιμετωπίστηκε σχετικά πρόσφατα στο μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας όπου εγερθέν ζήτημα ενεργοποίησης των διατάξεων του άρθρου 70, κατέστησε αναγκαία τη λήψη διισταμένης μαρτυρίας εκ μέρους ψυχιάτρων και κλινικών ψυχολόγων σε σχέση με την νοητική στέρηση του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία ήταν ότι νοητική καθυστέρηση δεν ισοδυναμεί πάντοτε με ψυχική διαταραχή με βάση τις σύγχρονες αντιλήψεις της ψυχιατρικής όπως εξάγεται και από την Αμερικάνικη ταξινόμηση του D.S.M.IV ("Diagnostic and Statistical Manual"), ενώ παλαιότερα οι επιστήμονες κατέτασσαν την διανοητική καθυστέρηση στην ίδια κατηγορία με την ψυχική διαταραχή. Σήμερα είναι αποδεκτό ότι ένα νοητικά καθυστερημένο άτομο (με βάση το D.S.M.IV, ένα άτομο θεωρείται ότι έχει νοητική καθυστέρηση όταν το I.Q του είναι κάτω από 70), δεν είναι κατ' ανάγκη σχιζοφρενές ή μανιοκαταθλιπτικό. Εάν δημιουργηθεί στέρηση τέτοιου βαθμού που καθιστά το άτομο μη κοινωνικά βιώσιμο, τότε βέβαια χρειάζεται η ένταξη του σε κοινωνικό ίδρυμα, αλλά σε τέτοια περίπτωση δεν είναι απαραίτητη η υποχρεωτική νοσηλεία σε κρατικό ψυχιατρικό κέντρο με βάση το Νόμο περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας, διότι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο όταν, όπως ορίζει και το άρθρο 4(1 )(β) του Νόμου, η κριτική ικανότητα του έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό που η κράτηση του είναι αναγκαία για την προστασία του ιδίου και των πλησίων του. Χρειάζεται επομένως να γίνει και νομοθετική πρόνοια γι' αυτές τις ενδιάμεσες περιπτώσεις.
Ποια είναι όμως η ορθή αντιμετώπιση όταν κατηγορούμενος δεν είναι καν σε θέση να αντιληφθεί το κατηγορητήριο, να δώσει οδηγίες στον δικηγόρο του, να αντιληφθεί τα γεγονότα, να εξετάσει και αντεξετάσει μάρτυρες μόνος του σε περίπτωση που δεν έχει δικηγόρο, που είναι τα κριτήρια που έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Pritchard (1836) 7 C & Ρ.303, η οποία αν και παλαιά εξακολουθεί να θεωρείται ως ορθή, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στη σύγχρονη νομολογία με την Robertson και σύμφωνα και με το Blackstone's Criminal Practice 2004, όσον αφορά τα ζητήματα τα οποία ένα Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όταν εγείρεται ζήτημα ικανότητας απάντησης σε κατηγορία ή παρακολούθησης της διαδικασίας. Βεβαίως, πρέπει να λεχθεί, ότι υπάρχουν επιχειρήματα ότι τα κριτήρια πρέπει να διευρυνθούν και να καλύπτουν και άλλες πτυχές κατανόησης, πέραν των καθαρά γνωστικών ικανοτήτων και να περιλαμβάνουν και περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος πάσχει από ψευδαισθήσεις ή είναι έντονα υποβόλιμος σε βαθμό που είναι ανίκανος να ενεργεί προς ίδιον συμφέρον (όπως στην ίδια την υπόθεση Robertson) ή, όπου, για παράδειγμα, παραδέχεται ενοχή ενώ φαίνεται απομακρυσμένη η πιθανότητα να διέπραξε το αδίκημα.
Πρόσφατα και πάλι στο μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, κατηγορούμενη αντιμετώπιζε κατηγορία φόνου εκ προμελέτης, η οποία κατηγορία στοιχειοθετήθηκε κατά τη θέση της κατηγορούσας αρχής μέσα από τις αστυνομικές ανακρίσεις και καταθέσεις, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση στο Κακουργιοδικείο. Ο συνήγορος υπεράσπισης πριν η κατηγορούμενη κληθεί να απαντήσει στο κατηγορητήριο έθεσε θέμα ανικανότητας της πελάτισσας του να αντιληφθεί την κατηγορία, να δώσει οδηγίες σ'αυτόν και ιδιαίτερα να του εξηγήσει τα γεγονότα τα οποία περιέβαλλαν την όλη υπόθεση. Επικαλέσθηκε προς τούτο σωρεία ιατρικών γνωματεύσεων ψυχιάτρων, οι εκθέσεις των οποίων δόθηκαν στην κατηγορούσα αρχή η οποία έλαβε την γνώμη των ειδικών κυβερνητικών ψυχιάτρων. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η συγκλίνουσα γνώμη όλων των εμπειρογνωμόνων οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι όντως η συγκεκριμένη κατηγορούμενη έπασχε από βαριάς μορφής πνευματική καθυστέρηση με πολύ χαμηλό δείκτη νοημοσύνης, αλλά όχι από οποιαδήποτε ψυχική διαταραχή. Η κατηγορούσα αρχή επέλεξε, ορθά, να αποσύρει την κατηγορία δεδομένου ότι δεν μπορούσαν να ενεργοποιηθούν οι διατάξεις του άρθρου 70, οι οποίες όπως αναφέρθηκε, διασυνδέουν την ανικανότητα με την ψυχική διαταραχή. Πρακτικά όμως αυτό σήμαινε δύο πράγματα: ότι εάν η κατηγορούμενη είχε πράγματι διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα, αφέθηκε ελεύθερο πίσω στη κοινωνία ένα δυνητικά επικίνδυνο άτομο, εάν όμως δεν διέπραξε το αδίκημα τότε στο συγκεκριμένο άτομο δεν μπόρεσε η κοινωνία να προσφέρει οποιαδήποτε ουσιαστική βοήθεια, αφήνοντας την πίσω στο περιβάλλον το οποίο βρισκόταν και προηγουμένως. Με αφορμή αυτή την υπόθεση και τη διαπίστωση της αδυναμίας του νομοθέτη να προνοήσει για τέτοιου είδους άτομα, η Νομική Υπηρεσία του κράτους επεξεργάζεται τώρα Νομοσχέδιο για τροποποίηση των σχετικών προνοιών της Νομοθεσίας. Είναι απαραίτητο πράγματι να υπάρξει μια διαφοροποίηση των νομοθετικών προνοιών κατά τρόπο που να αντιμετωπίζονται τέτοιου είδους σοβαρά προβλήματα, ώστε και οι ίδιοι οι αδικοπραγούντες που δεν είναι ψυχικά διαταραγμένοι, αλλά έχουν πνευματική καθυστέρηση σοβαρής μορφής, να προστατεύονται αλλά και να μην αποτελούν κίνδυνο για την κοινωνία. Να υπομνησθει ότι για τη συγκεκριμένη κατηγορούμενη υπήρχε εναντίον της επαρκής, εκ πρώτης όψεως, μαρτυρία ότι ήταν ένοχη του εγκλήματος.
Ως κατάληξη μπορεί να λεχθεί ότι χρειάζεται τροποποίηση της νομοθεσίας ούτως ώστε να είναι αυτή πιο λειτουργική σε σχέση πάντοτε με τους αδικοπραγούντες ψυχασθενείς. Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να μην περιορίζεται χρονικά στην επιβολή της κατάλληλης ποινής και ένα διάταγμα που εκδίδεται λόγω ψυχασθένειας θα πρέπει να είναι συμβατό χρονικά με το αρμόζον ποινικό μέτρο της περίστασης. Θα πρέπει επίσης να υπάρχουν εξουσίες ούτως ώστε να δίδονται στο εκδίκασαν Δικαστήριο οι κατάλληλες πληροφορίες για την πρόοδο του καταδικασθέντος ψυχασθενούς σε τακτά χρονικά διαστήματα και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει τις ανάλογες οδηγίες ως προς τον περαιτέρω χειρισμό, είτε για συνέχιση της ποινής στις κανονικές φυλακές αν ο ψυχασθενής έχει καλυτερεύσει, είτε και της απόλυσης του σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Με τον τρόπο αυτό και η νομολογιακή ρύθμιση των αδικοπραγούντων ψυχασθενών θα είναι ανάλογη με το νομοθέτημα, αλλά θα μπορεί να επιβληθεί και εκείνη η ποινή που θα αρμόζει στον ψυχασθενή παραβάτη, προστατεύοντας την κοινωνία, αλλά βοηθώντας και τον ίδιο.
ΣΤΕΛΙΟΣ ΝΑΘΑΝΑΗΛ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Λευκωσία 12.2.2005

